χαλαρωτικός


χαλαρωτικός


(επίθετο – mbiemër)

zbutës
relaksues
pushues

ενικός
ονομαστική χαλαρωτικός χαλαρωτική χαλαρωτικό
γενική χαλαρωτικού χαλαρωτικής χαλαρωτικού
αιτιατική χαλαρωτικό χαλαρωτική χαλαρωτικό
κλητική χαλαρωτικέ χαλαρωτική χαλαρωτικό
πληθυντικός
ονομαστική χαλαρωτικοί χαλαρωτικές χαλαρωτικό
γενική χαλαρωτικών χαλαρωτικών χαλαρωτικών
αιτιατική χαλαρωτικούς χαλαρωτικές χαλαρωτικά
κλητική χαλαρωτικοί χαλαρωτικές χαλαρωτικά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χαλαρωτικός":
χαλαρωτικός → wiktionary
χαλαρωτικός → wikipedia
χαλαρωτικός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χαλαρωτικός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%81%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χαλαρωτικός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *