χαλαρός


χαλαρός

(αρσενικό ουσιαστικό- emër. gjin. mashk.)

i lirë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χαλαρός οι χαλαροί
γενική του χαλαρού των χαλαρών
αιτιατική τον χαλαρό τους χαλαρούς
κλητική χαλαρέ χαλαροί
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χαλαρός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%81%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *