χαλκός


χαλκός


(αρσενικό ουσιαστικό- emër. gjin. mashk.)

bakër

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χαλκός οι χαλκοί
γενική του χαλκού των χαλκών
αιτιατική τον χαλκό τους χαλκούς
κλητική χαλκέ χαλκοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χαλκός":
χαλκός → wiktionary
χαλκός → wikipedia
χαλκός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χαλκός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%ce%bb%ce%ba%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χαλκός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *