χαλκός


χαλκός


(αρσενικό ουσιαστικό- emër. gjin. mashk.)

bakër

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χαλκός οι χαλκοί
γενική του χαλκού των χαλκών
αιτιατική τον χαλκό τους χαλκούς
κλητική χαλκέ χαλκοί
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χαλκός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%ce%bb%ce%ba%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *