χαμόδεντρο


χαμόδεντρο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)
shkurre

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χαμόδεντρο τα χαμόδεντρα
γενική του χαμόδεντρου των χαμόδεντρων
αιτιατική το χαμόδεντρο τα χαμόδεντρα
κλητική χαμόδεντρο χαμόδεντρα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χαμόδεντρο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%ce%bc%cf%8c%ce%b4%ce%b5%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *