χαντάκι


χαντάκι


( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)
hendek

kanal π.χ (άνοιξαν χαντάκι – hapën kanal)

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χαντάκι τα χαντάκια
γενική του χαντακιού των χαντακιών
αιτιατική το χαντάκι τα χαντάκια
κλητική χαντάκι χαντάκια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χαντάκι," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%ac%ce%ba%ce%b9.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *