χαρακτηριστικό


χαρακτηριστικό

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)
tipar
karakteristikë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χαρακτηριστικό τα χαρακτηριστικά
γενική του χαρακτηριστικού των χαρακτηριστικών
αιτιατική το χαρακτηριστικό τα χαρακτηριστικά
κλητική χαρακτηριστικό χαρακτηριστικά
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χαρακτηριστικό," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *