χασάπης


χασάπης

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)
kasap

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χασάπης οι χασάπηδες
γενική του χασάπη των χασάπηδων
αιτιατική το(ν) χασάπη τους χασάπηδες
κλητική χασάπη χασάπηδες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χασάπης":
χασάπης → wiktionary
χασάπης → wikipedia
χασάπης → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χασάπης

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%cf%83%ce%ac%cf%80%ce%b7%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χασάπης," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *