χειριστής


χειριστής

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)
përdorues
operator
makinist

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χειριστής οι χειριστές
γενική του χειριστή των χειριστών
αιτιατική το(ν) χειριστή τους χειριστές
κλητική χειριστή χειριστές
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χειριστής," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *