χειρολαβή


χειρολαβή


( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)
dorezë
mjet kapës

korrimano π.χ  (χειρολαβή σκάλας – parmak shkalle)

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χειρολαβή οι χειρολαβές
γενική της χειρολαβής των χειρολαβών
αιτιατική τη(ν) χειρολαβή τις χειρολαβές
κλητική χειρολαβή χειρολαβές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χειρολαβή":
χειρολαβή → wiktionary
χειρολαβή → wikipedia
χειρολαβή → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χειρολαβή

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b1%ce%b2%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χειρολαβή," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *