χειρονομία


χειρονομία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)
gjest

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χειρονομία οι χειρονομίες
γενική της χειρονομίας των χειρονομιών
αιτιατική τη(ν) χειρονομία τις χειρονομίες
κλητική χειρονομία χειρονομίες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χειρονομία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *