χειροποίητος


χειροποίητος

(επίθετο – mbiemër)
i punuar me dorë

ενικός
ονομαστική χειροποίητος χειροποίητη χειροποίητο
γενική χειροποίητου χειροποίητης χειροποίητου
αιτιατική χειροποίητο χειροποίητη χειροποίητο
κλητική χειροποίητε χειροποίητη χειροποίητο
πληθυντικός
ονομαστική χειροποίητοι χειροποίητες χειροποίητα
γενική χειροποίητων χειροποίητων χειροποίητων
αιτιατική χειροποίητους χειροποίητες χειροποίητα
κλητική χειροποίητοι χειροποίητες χειροποίητα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χειροποίητος":
χειροποίητος → wiktionary
χειροποίητος → wikipedia
χειροποίητος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χειροποίητος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%84%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χειροποίητος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *