χειρουργείο


χειρουργείο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)
kirurgji

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χειρουργείο τα χειρουργεία
γενική του χειρουργείου των χειρουργείων
αιτιατική το χειρουργείο τα χειρουργεία
κλητική χειρουργείο χειρουργεία
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χειρουργείο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b3%ce%b5%ce%af%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *