χερσόνησος


χερσόνησος

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)
gadishull

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χερσόνησος οι χερσόνησοι
γενική της χερσονήσου των χερσονήσων
αιτιατική τη χερσόνησο τις χερσονήσους
κλητική χερσόνησε χερσόνησοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χερσόνησος":
χερσόνησος → wiktionary
χερσόνησος → wikipedia
χερσόνησος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χερσόνησος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b5%cf%81%cf%83%cf%8c%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χερσόνησος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *