χημεία


χημεία

(ουσιαστικό θηλυκό – emër. gjin. fem.)
kimi

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χημεία οι χημείες
γενική της χημείας των χημείων
αιτιατική τη χημεία τις χημείες
κλητική χημεία χημείες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χημεία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b7%ce%bc%ce%b5%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *