Χιλιανός


Χιλιανός

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

kilian

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο Χιλιανός οι Χιλιανοί
γενική του Χιλιανού των Χιλιανών
αιτιατική το(ν) Χιλιανό τους Χιλιανούς
κλητική Χιλιανέ Χιλιανοί
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "Χιλιανός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%b1%ce%bd%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *