χιλιοστόμετρο


χιλιοστόμετρο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

milimetër

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χιλιοστόμετρο τα χιλιοστόμετρα
γενική του χιλιοστομέτρου & χιλιοστόμετρου των χιλιοστομέτρων & χιλιοστόμετρων
αιτιατική το χιλιοστόμετρο τα χιλιοστόμετρα
κλητική χιλιοστόμετρο χιλιοστόμετρα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χιλιοστόμετρο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%83%cf%84%cf%8c%ce%bc%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *