χιλιόμετρο


χιλιόμετρο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

kilometër

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χιλιόμετρο τα χιλιόμετρα
γενική του χιλιομέτρου των χιλιομέτρων
αιτιατική το χιλιόμετρο τα χιλιόμετρα
κλητική χιλιόμετρο χιλιόμετρα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χιλιόμετρο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b9%ce%bb%ce%b9%cf%8c%ce%bc%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *