χιονάνθρωπος


χιονάνθρωπος

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

njeri dëbore

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χιονάνθρωπος οι χιονάνθρωποι
γενική του χιονανθρώπου & χιονάνθρωπου των χιονανθρώπων & χιονάνθρωπων
αιτιατική το(ν) χιονάνθρωπο τους χιονανθρώπους & χιονάνθρωπους
κλητική χιονάνθρωπε χιονάνθρωποι
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χιονάνθρωπος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b9%ce%bf%ce%bd%ce%ac%ce%bd%ce%b8%cf%81%cf%89%cf%80%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *