χιονοθύελλα


χιονοθύελλα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

stuhi bore

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χιονοθύελλα οι χιονοθύελλες
γενική της χιονοθύελλας των χιονοθυελλών
αιτιατική τη(ν) χιονοθύελλα τις χιονοθύελλες
κλητική χιονοθύελλα χιονοθύελλες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χιονοθύελλα":
χιονοθύελλα → Ελληνοπαίδεια
χιονοθύελλα → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/χιονοθύελλα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b9%ce%bf%ce%bd%ce%bf%ce%b8%cf%8d%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χιονοθύελλα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"χιονοθύελλα"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *