χιούμορ


χιούμορ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

humor

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χιούμορ," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b9%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%bf%cf%81.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *