χιούμορ


χιούμορ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

humor


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χιούμορ":
χιούμορ → wiktionary
χιούμορ → wikipedia
χιούμορ → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χιούμορ

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b9%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%bf%cf%81
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χιούμορ," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *