χιόνι


χιόνι

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

borë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χιόνι τα χιόνια
γενική του χιονιού των χιονιών
αιτιατική το χιόνι τα χιόνια
κλητική χιόνι χιόνια

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χιόνι":
χιόνι → wiktionary
χιόνι → wikipedia
χιόνι → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χιόνι

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b9%cf%8c%ce%bd%ce%b9
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χιόνι," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *