χλωρίνη


χλωρίνη

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

klor

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χλωρίνη οι χλωρίνες
γενική της χλωρίνης των χλωρινών
αιτιατική τη χλωρίνη τις χλωρίνες
κλητική χλωρίνη χλωρίνες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χλωρίνη," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bb%cf%89%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *