χοληστερίνη


χοληστερίνη

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

kolesterol

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χοληστερίνη οι χοληστερίνες
γενική της χοληστερίνης των χοληστερινών
αιτιατική τη χοληστερίνη τις χοληστερίνες
κλητική χοληστερίνη χοληστερίνες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χοληστερίνη," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bf%ce%bb%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *