χολόλιθος


χολόλιθος

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

gur tëmthi

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χολόλιθος οι χολόλιθοι
γενική του χολολίθου & χολόλιθου των χολολίθων & χολόλιθων
αιτιατική το(ν) χολόλιθο τους χολολίθους & χολόλιθους
κλητική χολόλιθε χολόλιθοι
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χολόλιθος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bf%ce%bb%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%b8%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *