χονδρεμπόριο


χονδρεμπόριο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

tregti me shumicë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χονδρεμπόριο τα χονδρεμπόρια
γενική του χονδρεμπορίου & χονδρεμπόριου των χονδρεμπορίων & χονδρεμπόριων
αιτιατική το χονδρεμπόριο τα χονδρεμπόρια
κλητική χονδρεμπόριο χονδρεμπόρια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χονδρεμπόριο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bf%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%cf%8c%cf%81%ce%b9%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *