χοντροκομμένος


χοντροκομμένος

(επίθετο – mbiemër)

i prerë trashë

ενικός
ονομαστική χοντροκομμένος χοντροκομμένη χοντροκομμένο
γενική χοντροκομμένου χοντροκομμένης χοντροκομμένου
αιτιατική χοντροκομμένο χοντροκομμένη χοντροκομμένο
κλητική χοντροκομμένε χοντροκομμένη χοντροκομμένο
πληθυντικός
ονομαστική χοντροκομμένοι χοντροκομμένες χοντροκομμένα
γενική χοντροκομμένων χοντροκομμένων χοντροκομμένων
αιτιατική χοντροκομμένους χοντροκομμένες χοντροκομμένα
κλητική χοντροκομμένοι χοντροκομμένες χοντροκομμένα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χοντροκομμένος":
χοντροκομμένος → wiktionary
χοντροκομμένος → wikipedia
χοντροκομμένος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χοντροκομμένος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bf%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χοντροκομμένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *