χορηγός


χορηγός

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

sponsor

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χορηγός οι χορηγοί
γενική του χορηγού των χορηγών
αιτιατική το(ν) χορηγό τους χορηγούς
κλητική χορηγέ χορηγοί
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χορηγός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bf%cf%81%ce%b7%ce%b3%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *