χορτοφαγικός


χορτοφαγικός

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

vegjetarian

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χορτοφαγικός οι χορτοφαγικοί
γενική του χορτοφαγικού των χορτοφαγικών
αιτιατική το(ν) χορτοφαγικό τους χορτοφαγικούς
κλητική χορτοφαγικέ χορτοφαγικοί
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χορτοφαγικός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bf%cf%81%cf%84%ce%bf%cf%86%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *