χορτοφαγικός


χορτοφαγικός

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

vegjetarian

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χορτοφαγικός οι χορτοφαγικοί
γενική του χορτοφαγικού των χορτοφαγικών
αιτιατική το(ν) χορτοφαγικό τους χορτοφαγικούς
κλητική χορτοφαγικέ χορτοφαγικοί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χορτοφαγικός":
χορτοφαγικός → wiktionary
χορτοφαγικός → wikipedia
χορτοφαγικός → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χορτοφαγικός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bf%cf%81%cf%84%ce%bf%cf%86%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χορτοφαγικός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *