χορωδία


χορωδία

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

kor

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χορωδία τα χορωδίες
γενική της χορωδίας των χορωδιών
αιτιατική τη(ν) χορωδία τις χορωδίες
κλητική χορωδία χορωδίες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χορωδία," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bf%cf%81%cf%89%ce%b4%ce%af%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *