χορός


χορός

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

valle

kërcim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χορός οι χοροί
γενική του χορού των χορών
αιτιατική το(ν) χορό τους χορούς
κλητική χορέ χοροί

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χορός":
χορός → Ελληνοπαίδεια
χορός → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/χορός

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bf%cf%81%cf%8c%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χορός," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"χορός"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *