χουζούρεμα


χουζούρεμα

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

dremitje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χουζούρεμα τα χουζουρέματα
γενική του χουζουρέματος των χουζουρεμάτων
αιτιατική το χουζούρεμα τα χουζουρέματα
κλητική χουζούρεμα χουζουρέματα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χουζούρεμα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%bf%cf%85%ce%b6%ce%bf%cf%8d%cf%81%ce%b5%ce%bc%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *