χρέωση


χρέωση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

pagesë
detyrim
borxh

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χρέωση τα χρεώσεις
γενική της χρέωσης& χρεώσεως των χρεώσεων
αιτιατική τη(ν) χρέωση τις χρεώσεις
κλητική χρέωση χρεώσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χρέωση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%ad%cf%89%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *