χρήματα


χρήματα

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

para

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χρήμα τα χρήματα
γενική του χρήματος των χρημάτων
αιτιατική το χρήμα τα χρήματα
κλητική χρήμα χρήματα
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χρήματα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *