χρήματα


χρήματα

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

para

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χρήμα τα χρήματα
γενική του χρήματος των χρημάτων
αιτιατική το χρήμα τα χρήματα
κλητική χρήμα χρήματα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χρήματα":
χρήματα → wiktionary
χρήματα → wikipedia
χρήματα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χρήματα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χρήματα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *