χρήση


χρήση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

përdorim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χρήση οι χρήσεις
γενική της χρήσης & χρήσεως των χρήσεων
αιτιατική τη(ν) χρήση τις χρήσεις
κλητική χρήση χρήσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χρήση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%ae%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *