χρήστης


χρήστης

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

përdorues

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χρήστης οι χρήστες
γενική του χρήστη των χρηστών
αιτιατική το(ν) χρήστη τους χρήστες
κλητική χρήστη χρήστες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χρήστης":
χρήστης → wiktionary
χρήστης → wikipedia
χρήστης → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χρήστης

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%ae%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χρήστης," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *