χρήστης


χρήστης

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

përdorues

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χρήστης οι χρήστες
γενική του χρήστη των χρηστών
αιτιατική το(ν) χρήστη τους χρήστες
κλητική χρήστη χρήστες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χρήστης," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%ae%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *