χρεωκοπημένος


χρεωκοπημένος

(επίθετο – mbiemër)

i falimentuar

ενικός
ονομαστική χρεωκοπημένος χρεωκοπημένη χρεωκοπημένο
γενική χρεωκοπημένου χρεωκοπημένης χρεωκοπημένου
αιτιατική χρεωκοπημένο χρεωκοπημένη χρεωκοπημένο
κλητική χρεωκοπημένε χρεωκοπημένη χρεωκοπημένο
πληθυντικός
ονομαστική χρεωκοπημένοι χρεωκοπημένες χρεωκοπημένα
γενική χρεωκοπημένων χρεωκοπημένων χρεωκοπημένων
αιτιατική χρεωκοπημένους χρεωκοπημένες χρεωκοπημένα
κλητική χρεωκοπημένοι χρεωκοπημένες χρεωκοπημένα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χρεωκοπημένος":
χρεωκοπημένος → wiktionary
χρεωκοπημένος → wikipedia
χρεωκοπημένος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χρεωκοπημένος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%b5%cf%89%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%b7%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χρεωκοπημένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *