χρηματιστής


χρηματιστής

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

agjent burse

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χρηματιστής οι χρηματιστές
γενική του χρηματιστή των χρηματιστών
αιτιατική το(ν) χρηματιστή τους χρηματιστές
κλητική χρηματιστή χρηματιστές
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χρηματιστής," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *