χρηματοδότηση


χρηματοδότηση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

financim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χρηματοδότηση οι χρηματοδοτήσεις
γενική της χρηματοδοτήσεως & χρηματοδότησης των χρηματοδοτήσεων
αιτιατική τη χρηματοδότηση τις χρηματοδοτήσεις
κλητική χρηματοδότηση χρηματοδοτήσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χρηματοδότηση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%b4%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *