χρηματοκιβώτιο


χρηματοκιβώτιο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

kasafortë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χρηματοκιβώτιο τα χρηματοκιβώτια
γενική του χρηματοκιβωτίου των χρηματοκιβωτίων
αιτιατική το χρηματοκιβώτιο τα χρηματοκιβώτια
κλητική χρηματοκιβώτιο χρηματοκιβώτια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χρηματοκιβώτιο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b2%cf%8e%cf%84%ce%b9%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *