χρονόμετρο


χρονόμετρο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

kronometër

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χρονόμετρο τα χρονόμετρα
γενική τους χρονομέτρου των χρονομέτρων
αιτιατική το χρονόμετρο τα χρονόμετρα
κλητική χρονόμετρο χρονόμετρα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χρονόμετρο":
χρονόμετρο → wiktionary
χρονόμετρο → wikipedia
χρονόμετρο → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χρονόμετρο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%8c%ce%bc%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χρονόμετρο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *