χταπόδι


χταπόδι

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

oktapod

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χταπόδι τα χταπόδια
γενική του χταποδιού των χταποδιών
αιτιατική το χταπόδι τα χταπόδια
κλητική χταπόδι χταπόδια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χταπόδι," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%84%ce%b1%cf%80%cf%8c%ce%b4%ce%b9.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *