χωνί


χωνί

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

gyp
hinkë

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χωνί τα χωνιά
γενική του χωνιού των χωνιών
αιτιατική το χωνί τα χωνιά
κλητική χωνί χωνιά
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χωνί," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%89%ce%bd%ce%af.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *