χωρισμός


χωρισμός

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

ndarje

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χωρισμός οι χωρισμοί
γενική του χωρισμού των χωρισμών
αιτιατική το χωρισμό τους χωρισμούς
κλητική χωρισμέ χωρισμοί
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χωρισμός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%89%cf%81%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *