χωριό


χωριό

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

fshat

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χωριό τα χωριά
γενική του χωριού των χωριών
αιτιατική το χωριό τα χωριά
κλητική χωριό χωριά
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χωριό," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%89%cf%81%ce%b9%cf%8c.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *