χόκεϊ


χόκεϊ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

hokej

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χόκεϊ," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%8c%ce%ba%ce%b5%cf%8a.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *