χόμπι


χόμπι

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

hobi

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χόμπι," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%8c%ce%bc%cf%80%ce%b9.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *