χύτρα


χύτρα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

tenxhere

kusi

(χύτρα ταχύτητας – tenxhere me presion)

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χύτρα οι χύτρες
γενική της χύτρας των χυτρών
αιτιατική τη χύτρα τις χύτρες
κλητική χύτρα χύτρες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χύτρα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%8d%cf%84%cf%81%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *