χώρα


χώρα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

vend

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χώρα οι χώρες
γενική της χώρας των χωρών
αιτιατική τη χώρα τις χώρες
κλητική χώρα χώρες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χώρα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%8e%cf%81%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *