χώρα


χώρα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

vend

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χώρα οι χώρες
γενική της χώρας των χωρών
αιτιατική τη χώρα τις χώρες
κλητική χώρα χώρες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χώρα":
χώρα → wiktionary
χώρα → wikipedia
χώρα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χώρα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%cf%8e%cf%81%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χώρα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *