ψάρι


ψάρι

peshk
(ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το ψάρι τα ψάρια
γενική του ψαριού των ψαριών
αιτιατική το ψάρι τα ψάρια
κλητική ψάρι ψάρια

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ψάρι":
ψάρι → wiktionary
ψάρι → wikipedia
ψάρι → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/ψάρι

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%88%ce%ac%cf%81%ce%b9
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ψάρι," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *