ψαράς


ψαράς

peshkatar
(αρσενικό ουσιαστικό- emër. gjin. mashk.)

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο ψαράς οι ψαράδες
γενική του ψαρά των ψαράδων
αιτιατική τον ψαρά τους ψαράδες
κλητική ψαρά ψαράδες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ψαράς":
ψαράς → Ελληνοπαίδεια
ψαράς → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/ψαράς

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%88%ce%b1%cf%81%ce%ac%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ψαράς," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"ψαράς"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *